+30-210-3633004
·
[email protected]
Επικοινωνια

ΣτΕ 4300/2015 Γ/7μ. [Ισότητα των φύλων]

Απόσπασμα

(Α) Αποκλίσεις από την αρχή της ισότητας των φύλων κατά την πρόσβαση στα διάφορα επαγγέλματα καθώς και στην εκπαίδευση που είναι αναγκαία για την άσκηση των επαγγελμάτων αυτών, πέρα από την περίπτωση των θετικών μέτρων υπέρ των γυναικών, είναι, κατ’ εξαίρεση, συνταγματικά θεμιτές μόνον αν προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου και δικαιολογούνται πλήρως από την φύση ή τις συνθήκες ασκήσεως της εργασίας και αν είναι απολύτως αναγκαίες και πρόσφορες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, η συνδρομή δε των προϋποθέσεων αυτών πρέπει να προκύπτει από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του νόμου, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας – Ειδικότερα, νομοθετική απόκλιση από την αρχή της ισότητας των δύο φύλων είναι θεμιτή κατά το Σ., το διεθνές δίκαιο και το δίκαιο της ΕΕ, εφόσον προκύπτει ότι ο παράγοντας του φύλου διαδραματίζει αποφασιστικό ρόλο στην άσκηση των καθηκόντων της υπό πλήρωση θέσεως –Εθνική ρύθμιση ενέχει έμμεση διάκριση σε βάρος των γυναικών εργαζομένων όταν, μολονότι έχει διατυπωθεί κατά τρόπο ουδέτερο, στην πραγματικότητα, περιάγει σε μειονεκτική θέση ένα πολύ μεγαλύτερο ποσοστό γυναικών απ’ ό,τι ανδρών, εκτός αν η διαφορετική αυτή μεταχείριση δικαιολογείται από παράγοντες αντικειμενικούς και άσχετους προς οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου

(Β) Η ρύθμιση της παρ. 2 του άρθρου 7 του π.δ. 135/2006, σύμφωνα με την οποία οι άνδρες και οι γυναίκες υποψήφιοι για διορισμό στην δημοτική αστυνομία υποβάλλονται σε αθλητικές δοκιμασίες με κοινά όρια επιδόσεων, είναι συναφής με το αντικείμενο της ρυθμίσεως και του επιδιωκόμενου σκοπού, ο οποίος συνίσταται στην στελέχωση της δημοτικής αστυνομίας με προσωπικό που διαθέτει ορισμένα σωματικά προσόντα αναγκαία, κατά την ουσιαστική εκτίμηση του νομοθέτη, για την αποτελεσματική εκπλήρωση της αποστολής του – Η ρύθμιση δεν ενέχει αθέμιτη (έμμεση) διάκριση, απορρέουσα από το ότι οι άνδρες, κατά κοινή πείρα, υπερέχουν των γυναικών ως προς την φυσική δύναμη και αντοχή, διότι δικαιολογείται αντικειμενικά από λόγους δημοσίου συμφέροντος άσχετους με το φύλο των υποψηφίων, συναπτόμενους προς τις απαιτήσεις του επαγγέλματος του δημοτικού αστυνομικού, που προϋποθέτει πολύ καλή φυσική κατάσταση και σωματική αντοχή, τα δε (κοινά) όρια των αθλητικών δοκιμασιών δεν είναι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ιδιαιτέρως υψηλά, ώστε να μην μπορούν οι γυναίκες να τα επιτύχουν – Επομένως η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του π.δ. 135/2006 δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 (παρ. 1 και 2), 116 (παρ. 2), 25 (παρ. 1) Σ. και των Οδηγιών 2002/73/ΕΚ και 2006/54/ΕΚ [με μειοψηφία ενός Παρέδρου, σύμφωνα με την οποία οι ποικίλες αρμοδιότητες του ειδικού ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας και οι συνθήκες άσκησής τους, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν απαιτούν ιδιαίτερα φυσικά και σωματικά προσόντα (βλ. ΣτΕ 146, 147/2013, Ολομ., για τις ουσιωδώς όμοιες αρμοδιότητες της Δημοτικής Αστυνομίας, κατά το άρθρο 2 του π.δ. 23/2002) και, κατ’ ακολουθίαν, η επίμαχη διάταξη, θεσπίζοντας υψηλά όρια επιδόσεων, τα οποία, καταρχήν, στοιχούν σε αυξημένα (και όχι απλώς σε στοιχειώδη ή συνήθη) φυσικά και σωματικά προσόντα, κοινά για άνδρες και γυναίκες, χωρίς από κανένα στοιχείο να προκύπτει ότι αυτό δικαιολογείται από τη φύση των αρμοδιοτήτων της Δημοτικής Αστυνομίας και τις συνθήκες άσκησής τους, εισάγει μη ανεκτή από το Σ. και το ενωσιακό δίκαιο έμμεση διάκριση σε βάρος των γυναικών υποψηφίων]