+30-210-3633004
·
[email protected]
Επικοινωνια

ΣτΕ2796/2015 Δ/7μ [Τηλεπικοινωνίες – ανταγωνισμός]

Απόσπασμα

Η λήξη ενός νομικού μονοπωλίου δεν συνεπάγεται, κατά κοινή πείρα, άμεση απώλεια της δεσπόζουσας θέσης στην οικεία αγορά, αφού η ανάπτυξη πραγματικού ανταγωνισμού από φορείς παροχής πρόσβασης σε εναλλακτικά δίκτυα, και μάλιστα με την κατάλληλη ικανότητα και γεωγραφικό εύρος απαιτεί χρόνο. Η διατήρηση πάντως, μετά την κατάργηση των αποκλειστικών ή ειδικών δικαιωμάτων, υψηλού μεριδίου αγοράς από τους τηλεπικοινωνιακούς οργανισμούς που στο παρελθόν ήταν φορείς των εν λόγω δικαιωμάτων δεν ήταν αρκετή από μόνη της, για να τους εξασφαλίσει δεσπόζουσα θέση στην ίδια αγορά. Τούτο συνάγεται και από το περιεχόμενο των άρθρων 2 παρ 4 της Οδηγίας 92/44, 2 παρ 10 πδ 40/96 και 8 παρ 7 ν 2867/00, από τα οποία προκύπτει ότι ο χαρακτηρισμός από την αρμόδια ρυθμιστική αρχή ενός τηλεπικοινωνιακού οργανισμού ως έχοντος σημαντική θέση στην αγορά δεν είναι ισοδύναμος με τον χαρακτηρισμό του ως επιχείρησης με δεσπόζουσα θέση στην ίδια αγορά. Η ύπαρξη συνεπώς επαρκούς ανταγωνισμού δεν είναι επαρκής συνθήκη για την, άνευ ετέρου, απαλλαγή των παραγόντων της οικείας αγοράς, εφ’ όσον κατέχουν σημαντική θέση σ’ αυτήν, από την υποχρέωση τήρησης των εναρμονισμένων αρχών τιμολόγησης και κοστολόγησης στο πλαίσιο της παροχής υπηρεσιών ανοικτού δικτύου. Κατ’ ακολουθίαν, οι κανόνες της παροχής ανοικτού δικτύου και του ανταγωνισμού συνιστούν δύο διαφορετικά συστήματα νομικών κανόνων, τα οποία είναι συνεπή το ένα προς το άλλο και συμπληρωματικά μεταξύ τους, χωρίς, όμως, η εφαρμογή του ενός να έχει ως συνέπεια τον αποκλεισμό της εφαρμογής του άλλου, η δε συμμόρφωση των επιχειρήσεων που ασκούν δραστηριότητες στον τομέα των τηλεπικοινωνιών προς τους κανόνεςτου ενός από τα ανωτέρω συστήματα κανόνων δεν τις απαλλάσσει από το καθήκον συμμόρφωσης και προς τους κανόνες του άλλου.