+30-210-3633004
·
[email protected]
Επικοινωνια

ΜΕφΑθ 3820/2017 [Πιστωτικοί τίτλοι & Επιταγές]

13/06/18

Απόσπασμα Απόφασης

[…] Η υπό κρίση από …/…/2015 με αριθμό κατάθ. …/ 2015 έφεση της εκκαλούσας-ανακόπτουσας κατά της με αριθμό 92/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των δια­δίκων, κατά την διαδικασία των πιστωτικών τίτλων, έχει ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και είναι εμπρόθεσμη, καθόσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει το αντίθετο. Η έφεση ασκήθηκε παραδεκτά καθόσον επισυνάπτεται παράβολο 200 ευρώ υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου (αρθρ. 12 του ν. 4055/12.3.2012). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνη­θεί περαιτέρω κατά την ίδια διαδικασία, ως προς το πα­ραδεκτό και το βάσιμο των λόγωντης (άρθρο 533 ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση με την από …/…./2014 (αρ. καταθ. δικ. …../2014) ανακοπή της ενώπιον του Πρω­τοβάθμιου Δικαστηρίου η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα, ζήτησε για τους αναφερόμενους σ’ αυτή λόγους, την ακύρωση της με αρ. 25846/2014 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε για απαίτηση της καθ’ ης και ήδη εφεσίβλητης, από τραπεζικές επιταγές. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των πιστωτικών τίτλων, απέρριψε την ανακοπή και επικύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η εκκαλούσα-ανακόπτουσα, με την κρινόμενη έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτή και ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητά την εξαφάνισή της, προ-κειμένου να γίνει δεκτή η ανακοπή και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής.

Σύμφωνα με το άρθρο 626 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το δικόγραφο της αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να περιέχει: α) όσα ορίζουν τα άρθρα 118 και 117 και το άρθρο 119 παρ. 1, β) αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής και γ) την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους των οποίων ζητείται η καταβολή. Η διάταξη αυτή, διαφοροποιείται από την σχετική με το περιεχόμενο της αγωγής διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ και δεν απαιτεί, όπως εκείνη, τον ουσιαστικό ή συγκεκριμένο προσδιορισμό της ιστορικής βάσης, αλλά αρκείται στην έκθεση εκείνων μόνο των περιστατικών που εξατομικεύουν την απαίτηση από άποψη του αντικειμένου της, του είδους και του τρόπου της γέννησης της και δικαιολογούν την ύπαρξη αντίστοιχης συγκεκριμένης οφειλής εκείνου κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση, προς τον αιτούντα. Περαιτέρω, στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 626 ΚΠολΔ, να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 10, 22 και 28 του ν. 5960/1933 «περί επιταγής», προκύπτει ότι η ενοχή από τραπεζική επιταγή είναι αναιτιώδης.
Συνεπώς ο κομιστής της, όταν στρέφεται κατά κάποιου υπογραφέα που ευθύνεται έναντι του, δεν είναι υποχρεωμένος να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι υπάρχει κάποια νόμιμη αιτία για την ανάληψη υποχρέωσης από την επιταγή, αλλά στον καθ’ ου στρέφεται απόκειται να επικαλεσθεί, κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, και να αποδείξει ότι λείπει υποκείμενη αιτία ή ότι εκείνη που υπάρχει είναι ελαττωματική, και με τον τρόπο αυτό να ελευθερωθεί.  […]

Διαβάστε ολόκληρη την απόφαση εδώ.